ματοζίνιχον (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: ματοζίνιχον
Προφορά: ματοζίνιχον
-
χρωματιστή χάντρα που απέτρεπε το ομμάτ' (βασκανία)
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
ματόχαντρο
γαλάζια χάντρα που απομακρύνει το μάτιασμα/ τη βασκανία από το παιδί ή το ζώο που το έχει επάνω
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
-
φυλαχτό
γαλάζια χάντρα για το μάτι
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης