Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μάστορας (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μάστορας Προφορά: μάστορας
  1. δεξιοτέχνης,επιτήδειος αυτός που επαγγέλλεται κάποια τέχνη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια