Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
μασουρίστρα (η)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: μασουρίστρα
Προφορά: μασουρίστρα
ο άξονας του τροχού της ανέμης στον οποίο περνούν το μασούρι για να γεμίσει νήμα
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια