Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μαρουκούμαι [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: μαρουκούμαι Προφορά: μαρουκούμαι
  1. μηρυκάζω αναμασώ την τροφή μου Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση :
    Από το αρχαιοελληνικό ρήμα μηρυκώμαι

  2. τεμπελιάζω (μεταφορικά) αναμασώ την τροφή Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια