Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μάραντος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: μάραντος Προφορά: μάραντος
  1. εκείνος που μαραίνεται και εκείνος που μαραίνει Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Λέγεται για τον Μάρτη, επειδή το μήνα αυτό μαραίνεται το δριμύ κρύο και αρχίζουν να λιώνουν τα χιόνια

Παρατηρήσεις - Σχόλια