Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μαυρομελανιάζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. μαυρομελανά̤ζω , 2. μαυρομελανιάζω Προφορά: 1. μαυρομελανεάζω , 2. μαυρομελανιάζω
  1. μελανιάζω γίνομαι μαύρος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
  2. μελανιάζω γίνομαι μαύρος Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια