Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

μαυροκούκουδον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. μαυροκούκουδον , 2. μαυροκούκκουδον Προφορά: μαυροκούκουδον
  1. μαύρο σπέρμα ζιζανίου των σιτηρών Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
  2. σπόρος ζιζανίου σιτηρών που μαυρίζει τους κόκκους σιτηρών Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια