Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ζιντζιρλής (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: ζιντζ̌ιρλής Προφορά: ζιντζιρλής
  1. αλυσωτός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    εκείνος που έχει αλυσίδα

    Παράδειγμα:
    Το ζιντζ̌ιρλίν το καφούλ ΄κί κόπεται.

Παρατηρήσεις - Σχόλια