Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ορίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: ορίζω Προφορά: ορίζω
  1. διατάσσσω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Ώριζες και ’κί ορίσκουσ’ κι ορίσματα ’κ’ εθέλ’νες.

  2. διοικώ, κυβερνώ, προστάζω, διατάζω ανακατεύομαι σε ξένες υποθέσεις χωρίς να έχω το δικαίωμα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ρήμα ορίζω

Παρατηρήσεις - Σχόλια