Ερμηνεία: μικρό πριόνι με το οποίο κλαδεύουν τα κλήματα
Προέλευση: από το σμινύκ= δίκελλα
Ιδίωμα: Αμισός
Ενικός: η ζιμύνη Πληθυντικός: τα ζιμύνας , τα ζιμύνια