Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πειράζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: πειράζω Προφορά: πειράζω
  1. βασανίζω, πειράζω, ενοχλώ Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ελληνικό ρήμα πειράζω

    Παθητική φωνή:
    πειράουμαι = πειράζομαι, ενοχλούμαι, βασανίζομαι

Παρατηρήσεις - Σχόλια