Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πεζιρκιάνος (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πεζιρκά̤νος Προφορά: πεζιρκεάνος
  1. πραματευτής πλανόδιος έμπορος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    περσική, από την περσική λέξη bezirkian

Παρατηρήσεις - Σχόλια