Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μασχαρεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: μασχαρεύω Προφορά: μασχαρεύω
  1. αστειεύομαι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Με τ’ εμέν’ λές και μασχαρεύ’ς και σ’ άλλ’τς κατηγοράς με.

  2. αστειεύομαι , ερωτοτροπώ Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    αραβική, από την αραβική λέξη mashaza=γελωτοποιός

  3. αστείζομαι φορώ μάσκα, κάνω αστείες γκριμάτσες και χειρονομίες Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου
  4. αστειεύομαι Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια