-
αστειεύομαι
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
αστειεύομαι , ερωτοτροπώ
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
-
αστείζομαι
φορώ μάσκα, κάνω αστείες γκριμάτσες και χειρονομίες
Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου
-
αστειεύομαι
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης