Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

παλληλαεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: παλληλαεύω Προφορά: παλληλαεύω
  1. προσέχοντας κάτι ή κάποιον εντυπώνω καλά στη μνήμη μου και ύστερα αναγνωρίζω εύκολα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια