Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μασχαρεία (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μασχαρεία Προφορά: μασχαρεία
  1. αστείο, κοροϊδία Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Εμείς αδά ση Κρώμ’ με τα μασχαρείας και τα ψέματα ζούμε. (αστείο)
    2) Εγέν’τζ γέλος και μασχαρείαν. (κοροϊδία)
    3) Το σεβταλούκ’ γίνεται με την καλατσ̌ήν και με την μασχαρείαν. (κοροϊδία)

  2. αστεϊσμός , αστειότητα άνθρωπος περίγελος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
  3. χωρατό, αστείο Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια