Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πάθος (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πάθος Προφορά: πάθος
  1. πάθημα, συμφορά, εμπάθεια, μνησικακία 1) ασθένεια χρόνια 2) ασθένεια παροδική Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαία ελληνική λέξη πάθος

Παρατηρήσεις - Σχόλια