Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
παιγνίδ (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: παιγνίδ'
Προφορά: παιγνίδ
παιχνίδι, απάτη, ραδιουργία
1) άνθρωπος που γίνεται αντικείμενο εμπαιγμού 2) άνθρωπος σαρκαστής
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια