Προέλευση: από το στερητικό α- και το ημερώνω
Ιδίωμα: Σαντάς
Παραδείγματα: 1) Ο βασιλέας άγρες και ανημέρωτος ασην χολήν ατ' εδίεξεν ατον. 2) Άγρεν και ανημέρωτον έν' το κορίτσι σ', θεία.
Παράδειγμα: Άγριον κ' ανημέρωτον πότε θα ημερούσαι.
Αρσενικό: Ενικός: ανημέρωτος Πληθυντικός: ανημέρωτοι
Θηλυκό: Ενικός: ανημέρωτος Πληθυντικός: ανημέρωτοι
Ουδέτερο: Ενικός: ανημέρωτον Πληθυντικός: ανημέρωτα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.