Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ορθός (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: ορθός Προφορά: ορθός
  1. σωστός, δίκαιος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Χρήση από:
    Π. Μελανοφρύδη

    Παραδείγματα:
    1) Ζαρωτά κάθ’κα κι' ορθά κρίσον. (κρίνον>κρίσον)
    2) Εγώ το ορθόν θέλ’ κ’ ερχίνεσα κι αργούμαι.

  2. όρθιος, ίσιος, σωστός, έντιμος ακέραιος σωματικά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαιοελληνικό ορθός

Παρατηρήσεις - Σχόλια