Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
παιγνιδεύω
[Ρήμα]
Γραφή στην Ποντιακή: παιγνιδεύω
Προφορά: παιγνιδεύω
απασχολώ με παιχνίδια μικρό παιδί
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Ιδιωματική Εκδοχή
παιγνιδίζω
Παρατηρήσεις - Σχόλια