Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

παιγνιδεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: παιγνιδεύω Προφορά: παιγνιδεύω
  1. απασχολώ με παιχνίδια μικρό παιδί Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια