Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

ούγα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ούγα Προφορά: ούγα
  1. βοτρύδι, τσαμπί είδος μαύρου σταφυλιού Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    λατινική, από τη λατινική λέξη uva- ae (ή uba χυδαϊστί)

Παρατηρήσεις - Σχόλια