Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

οφταρμοζίνιχον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: οφταρμοζίνιχον Προφορά: οφταρμοζίνιχον
  1. χάντρα που χρησιμοποιείται για να μη ματιάζονται τα παιδιά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια