Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

παζαρεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: παζαρεύω Προφορά: παζαρεύω
  1. διαπραγματεύομαι την τιμή του εμπορεύματος ή τους όρους της συμφωνίας Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το παζάρ'

Παρατηρήσεις - Σχόλια