αναλλαγάδ (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: αναλλαγάδ'
Προφορά: αναλλαγάδ
-
γιορτινό ρούχο
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
πολυτελής ενδυμασία για επίσημες ημέρες
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
ενδυμασία καλή και πολυτελής ορισμένη για γιορτές και επίσημες ημέρες
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης