Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ουραδιάζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: ουραδά̤ζω Προφορά: ουραδεάζω
  1. βάζω κάτι στη σειρά σαν να σχηματίζω ουρά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια