Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ουζατεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: ουζατεύω Προφορά: ουζατεύω
  1. εξαπλώνω, παρατείνω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη uzatmak

Παρατηρήσεις - Σχόλια