Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

οσπιτοφύλακας (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: οσπιτοφύλακας Προφορά: οσπιτοφύλακας
  1. φύλακας σπιτιού ( το φίδι που κρύβεται σε κάποιο μέρος του σπιτιού, εντελώς αβλαβές) Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια