Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

ορφανίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: ορφανίζω Προφορά: ορφανίζω
  1. γίνομαι αιτία να μείνει κάποιος ορφανός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ρήμα ορφανίζω = κάνω κάποιον ορφανό

    Παθητική Φωνή:
    ορφανίουμαι = αποφαρνίζομαι

Παρατηρήσεις - Σχόλια