Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ορφανία (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ορφανία Προφορά: ορφανία
  1. ορφάνια Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ουσιαστικό ορφανία

Παρατηρήσεις - Σχόλια