Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ορταρόπον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ορταρόπον Προφορά: ορταρόπον
  1. υποκοριστικό του ορτάρ' = κάλτσα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια