Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

οροσπή (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: οροσπή Προφορά: οροσπή
  1. πόρνη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη orospu

Παρατηρήσεις - Σχόλια