Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αναθυμεθή (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: αναθυμεθή Προφορά: αναθυμεθή
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    ανάμνηση αγαθή

    Προέλευση:
    από το ρήμα αναθυμούμαι

    Παράδειγμα:
    Αναθυμεθή και μη κατασυρμονή. (Πρέπει να θυμούμεθα τους νεκρούς και όχι να τους κατακρίνουμε)

  2. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνεία:
    η μνεία κάποιου προσώπου

Παρατηρήσεις - Σχόλια