Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

όρνια (τα) [Ουσιαστικό]

Προφορά: όρνια
  1. αετός, όρνεα αρπακτικά πουλιά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαιοελληνικό όρνεον

Παρατηρήσεις - Σχόλια