Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ορμίν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ορμίν Προφορά: ορμίν
  1. ρεματιά, ρυάκι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Παρατήρηση:
    το ρυμίν - τ' ορμίν

  2. όρμος, ορμίσκος, ρεματιά, βρύση Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου
  3. ρεύμα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

Παρατηρήσεις - Σχόλια