Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ορμανοκόλ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ορμανοκόλ' Προφορά: ορμανοκόλ
  1. πρόποδες το κάτω μέρος του δάσους, υπώρεια δάσους Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια