Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ορκίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: ορκίζω Προφορά: ορκίζω
  1. ορκίζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ρήμα ορκίζω

    Μέση Φωνή:
    ορκίσκουμαι = ορκίζομαι

Παρατηρήσεις - Σχόλια