Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ορέχκουμαι [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: ορέχκουμαι Προφορά: ορέχκουμαι
  1. εγκρίνω, επιδοκιμάζω αισθάνομαι επιθυμία για κάτι, μου αρέσει κάτι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
  2. ορέγομαι Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

Παρατηρήσεις - Σχόλια