Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

όργανον (το) [Ουσιαστικό]

Προφορά: όργανον
  1. μουσικό όργανο και κυρίως η γκάϊντα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαιοελληνικό όργανον = εργαλείο

Παρατηρήσεις - Σχόλια