Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

οργανίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: οργανίζω Προφορά: οργανίζω
  1. εντείνω ή παρατείνω τις ενέργειες μου σε κάποιο έργο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαιοελληνικό ρήμα οργανίζω = εφοδιάζω με όργανα

Παρατηρήσεις - Σχόλια