Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τιμώ [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: τιμώ Προφορά: τιμώ
  1. 1) αποδίδω τιμή 2) ορίζω τιμή, αξία Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Τίμα κόρη τον πεθερό σ’ να είσαι τιμεμέν’τζα.
    2) Η τιμή τον τιμεμένον. (η τιμή αξίζει σε εκείνον που κάνει έργα τιμής, εκτίμησης)
    3) Εξήντα λίρας ετίμεσαν τ’ οσπίτι μ’.

  2. εκτιμώ, σέβομαι 1) περιποιούμαι κάποιον φιλοξενώντας τον 2) ορίζω την αξία 3) αποδίδω σε κάποιον την τιμή που του ταιριάζει 4) ομολογώ την αξία κάποιου 5) προσδίδω τιμή Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ελληνικό ρήμα τιμώ

Παρατηρήσεις - Σχόλια