Προέλευση: από το αρχαίο ουσιαστικό ὀργή
Παράδειγμα: Βρέχͮ' βρέχͮ’ δυνατά, ντο Θεού οργήν έτον. (φράση, Θεού οργή, κακό από οργή του Θεού)
Ενικός: η οργή
Σχόλιο: δεν σχηματίζει Πληθυντικό, λόγω σημασιολογίας.