Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ονειδίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: ονειδίζω Προφορά: ονειδίζω
  1. εμπαίζω, κοροϊδεύω, μέμφομαι, κατηγορώ, ντροπιάζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαιοελληνικό ρήμα ονειδίζω

Παρατηρήσεις - Σχόλια