Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

μιρίμια (τα) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μιρίμα̤ Προφορά: μιρίμεα
  1. τα πολύ ψηλά άχυρα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια