Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τέκι (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τέκι Προφορά: τέκι
  1. μονό, μοναχοπαίδι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη τέκ

    Ιδίωμα:
    Οινόης

    Παραδείγματα:
    1) Τίλα να παίρω μ’ αέκον τούξα σο τέκι μουνα, ναι;
    2) Έναν Τέκι πεχτσ̌ήν (φύλακα ) εφήκαν εκεί. (μόνον, Ιδίωμα: Λίτσασας)

Παρατηρήσεις - Σχόλια