Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

μεταβάλλω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: μεταβάλλω Προφορά: μεταβάλλω
  1. υποτροπιάζω (για αρρώστεια) προσβάλλω ξανά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    παθητική φωνή:
    μεταβάλκουμαι

    Προέλευση:
    από το αρχαιοελληνικό , μετα - βάλλω

Παρατηρήσεις - Σχόλια