Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μερντικόν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μερντικόν Προφορά: μερντικόν
  1. μερτικό, μερίδιο, κλήρος, περιουσία Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια