Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
καρτλάεμαν (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: καρτλάεμαν
Προφορά: καρτλάεμαν
σκλήρυνση, ωρίμανση
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
καρτλάεμαν(ν)
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια