Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

καρνάλλ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: καρνάλλ' Προφορά: καρνάλλ
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνεία:
    είδος αβαθούς κοφινιού για φύλαξη ψωμιού με λαβή για να κρέμεται στον τοίχο. Φαίνεται ότι απ' την αρχή ήταν προορισμένο για τοποθέτηση κρέατος.

    Προέλευση:
    λατινική, από τη λατινική λέξη caro - carnis ή από το carnatium - ii = κρεατοθήκη

Παρατηρήσεις - Σχόλια