Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

καρμανίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: καρμανίζω Προφορά: καρμανίζω
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνείες:
    1) στριφογυρίζω κάτι

    2) στριφογυρίζω εγώ

    Παθητική φωνή:
    καρμανίουμαι

Παρατηρήσεις - Σχόλια