Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

καραντίνα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: καραντίνα Προφορά: καραντίνα
  1. καραντίνα, κάθαρση, λοιμοκαθαριστήριο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη karantina

Παρατηρήσεις - Σχόλια